Monday
το όνειρο
Αλλά εκείνο το πρώτο καλοκαίρι, αν και το μόνο που θέλαμε ήταν να μην τελειώσει, δεν τα καταφέρναμε να μην αναρωτιόμαστε για το χειμώνα που ερχόταν. Το νησί έδειξε κατανόηση στην απιστία μας. Και τα πλάσματα ανέλαβαν να μας ξεναγήσουν από νωρίς στα χειμαδιά μας. Η ημέρα είχε αρχίσει σταδιακά και σταθερά να μικραίνει. Πριν την αυγή, μια ελαφριά ψυχρούλα μας έκανε να γυρίζουμε πλευρό. Και, αν και τα φύλλα των δέντρων μας αγκάλιαζαν πολύ τρυφερά, κάποιες φορές ξυπνούσαμε μες στο φως της νύχτας.
Εκείνο το πρωί – δεν άντεξα – στριφογύρισα λίγο στην αγκαλιά της ιτιάς που φιλοξενούσε τον ύπνο μου κι ανασηκώθηκα. Κοίταξα έξω, ψηλά, μακριά μέσα στο αργυρόγλαυκο φως τα σμήνη των χρυσάχτιδων άστρων και τη σελήνη, πάλλευκη και πλήρη, να έχει γείρει στο πλάι του θόλου. Η ιτιά ξύπνησε μαζί μου – ή, ίσως, ήταν ήδη ξύπνια.
«Δε θα κοιμηθώ πάλι,» της είπα. «Θα μείνω να σκεφτώ.» Κι ακούμπησα τη ράχη μου στο παχύ κλαδί στην άκρη του κρεβατιού μου.
«Μπορείς να σκεφτείς χωρίς ερωτήσεις;» με ρώτησε. «Δηλαδή,» απάντησε πριν προφέρω την ερώτηση που σχημάτισε ο νους μου, «αντί ν’ αγωνιάς για το πώς θα είναι, ν’ αποφασίσεις πώς θέλεις να είναι. Ν’ αποφασίσεις πώς θα είναι,» κατέληξε αποφασιστικά. Και σώπασε.
Και δεν μπορούσα να σκεφτώ χωρίς ερωτήσεις. Πώς θα είναι; Πώς θα είναι ο χειμώνας μας μέσα στις σπηλιές; Πώς θα διοχετεύουμε τα ζεστά νερά για θέρμανση; Πώς θα κάνουμε αργαλειούς; Πώς θα φτιάξουμε ρούχα απ’ το μαλλί που αφήνουν εκεί τα ζώα; Οι ερωτήσεις γεννούσαν ερωτήσεις και οι απαντήσεις απαιτούσαν πολύ κόπο.
Πήγαινε να με πάρει πάλι ο ύπνος όταν αποφάσισα ν’ αφήσω τη φαντασία μου να με παρηγορήσει. Θυμήθηκα ότι στον παλιό κόσμο συνήθιζα να ονειροπολώ και να φτιάχνω μαγικές ιστορίες. Οι αγαπημένες μου ιστορίες. Τα θαύματα εκεί ήταν κοινός τόπος. Όπως εδώ, δηλαδή.
Πήγα με το νου μου ως τις σπηλιές που είχα δει από μακριά. Κι εκεί, ζήτησα από την καρδιά μου να με οδηγήσει εντός τους. Στην αρχή ήταν σκοτεινά. Όχι όπως ήξερα το σκοτάδι από τον παλιό κόσμο. Ούτε όπως ήταν η νύχτα στο νησί. Κάπως ανάμεσα. Χρειαζόταν, σίγουρα, φωτισμός στις σπηλιές. Και, ναι, μπορούσα ν’ αποφασίσω πώς ήθελα να φωτίζονται αυτοί οι γενναιόδωροι χώροι. Τοποθέτησα ολόγυρα, σε όποια θέση μπορούσε να είναι κατάλληλη, χαμηλά ή και ψηλότερα, σε κάθε εσοχή των βράχων, μικρά και μικρότερα γλαστράκια. Το καθένα είχε ένα φυτό με λίγα πράσινα φύλλα κι ένα μεγάλο στρογγυλό άνθος που άπλωνε γύρω το φως του χρώματός του.
Όταν ξύπνησα, άκουσα μια φλυαρία, μια βοή ν’ απομακρύνεται. Θυμήθηκα το σπίτι που μεγάλωσα: πώς ακουγόταν από μακριά ο θόρυβος της πόλης. Το αγαπημένο μου ελάφι περίμενε να ξυπνήσω για να με οδηγήσει στις σπηλιές. «Δεν ήξερα ότι θα πηγαίναμε στις σπηλιές σήμερα.» «Δεν ήταν για σήμερα. Αλλά κάτι συνέβη, καθώς φαίνεται, αυτή τη νύχτα.»
Ανηφορίζαμε κι οι ερωτήσεις διέτρεχαν το νου μου: πώς θα είναι; Διασχίσαμε το καλοκαιρινό περιβόλι και πήραμε ένα μονοπάτι ανάμεσα στον ελαιώνα και τον πορτοκαλεώνα. Τα δέντρα ανάπτυσσαν τους καρπούς που θα μας πρόσφεραν σε λίγο καιρό. Ψηλότερα στους λόφους τα δάση εναλλάσσονταν με τους βράχους. Ο Εράλδιος με οδήγησε σε μια είσοδο που δε φαινόταν παρά όταν έφτανες μόλις ένα βήμα πριν. Αναρωτήθηκα από τι κινδύνους άραγε θα μας προστάτευε και άκουσα το γέλιο του αγαπημένου μου φίλου. «Τίποτα τρομερό,» είπε, απαντώντας στην αγωνία μου. «Από τον άνεμο μόνο. Το χειμώνα ο άνεμος φτάνει δυνατός και παγωμένος εδώ. Αλλά ήδη αυτό έχει αρχίσει ν’ αλλάζει. Τα τελευταία χρόνια η φύση έχει μαλακώσει πολύ. Από τότε που κατοικήθηκε το νησί, ακούει τα πλάσματα και τα προστατεύει από τον πόνο που προκαλεί το παιχνίδι των δυνάμεων.»
Μπήκαμε πίσω από τους άλλους σ’ εκείνη τη σπηλιά. Κάποιοι είχαν μπει σε άλλες σπηλιές. Ή, όπως ανακάλυψα αργότερα, είχαν μπει στη μεγάλη σπηλιά αυτού του λόφου από άλλες εισόδους. Πρώτα άκουσα τα επιφωνήματα του θαυμασμού τους. Κι αμέσως έμεινα κι εγώ άφωνη κι έκπληκτη. Ιδού, μπρος στα μάτια μου, σε κάθε εσοχή των βράχων, τα γλαστράκια που έφτιαξα στην ονειροπόλησή μου, με τους ανθούς τους να φωτίζουν σε όλα τα χρώματα.
Ο Εράλδιος άνοιξε δρόμο ανάμεσα στα πλάσματα που βρίσκονταν εκεί και περάσαμε μπροστά. Συνεχίσαμε και μας ακολούθησαν ως που βρεθήκαμε στη μεγάλη κεντρική αίθουσα. Εκεί συναντηθήκαμε όλες οι παρέες που είχαμε μπει από κάθε είσοδο στον εσωτερικό τόπο αυτού του λόφου.
«Κάποιος αυτή τη νύχτα ονειρεύτηκε τα άνθη που μαζί με την ευωδιά τους εκπέμπουν φωτισμό. Το νησί υλοποίησε αυτό το όνειρο για όλους,» είπε ο Εράλδιος. Και όλοι τον άκουσαν με προσοχή.
η εμπιστοσύνη
Τα πουλιά ξεχώριζαν τ’ αυγά που ήθελαν να κλωσήσουν και μας έδιναν τα υπόλοιπα για τροφή. Ανοίγαμε μια μικρή τρύπα στο τσόφλι και ρουφούσαμε τη θρεπτική και δυναμωτική ουσία, που μύριζε στοργή και είχε τη γεύση της φροντίδας.
Τα ζώα θήλαζαν τα μωρά τους όλη μέρα κι έρχονταν το βραδάκι στις στέρνες που είχε χτίσει η πέτρα σε διάφορα σημεία των βράχων για να τ’ αρμέξουμε. Οι στέρνες είχαν δύο επίπεδα. Το πρώτο με μια ελαφριά κατηφορική κλίση. Στην άκρη, το φυτό της αράχνης σκαρφάλωνε απ’ τις δυο πλευρές κι έπλεκε ένα φίλτρο. Συγκρατούσε εκεί τις τρίχες που έπεφταν στο γάλα από την αδεξιότητά μας στην καινούργια αρχαία δραστηριότητα.
Τα ζώα χαίρονταν την επαφή μαζί μας. Έπαιζαν τρυφερά σαν μωρά παιδιά. Γελούσαν με την αμηχανία μας. Και πήγαιναν κουρασμένα κι ευτυχή κάτω απ’ τ’ ανθισμένα δέντρα της ελιάς να κοιμηθούν. Εμείς πίναμε το γάλα της μητρότητάς τους. Το απλώναμε επίσης στα χέρια και το πρόσωπο ή και σε όλο το κορμί - να ντύνει θεραπευτικά τα όνειρά μας - και σκαρφαλώναμε τους πλάτανους, τις λεύκες και τους ευκάλυπτους, που είχαν πλέξει ψηλά, με τα κλαδιά τους, δώματα για την ανάπαυσή μας.
Κάθε μέρα που περνούσε νιώθαμε την υγεία να κερδίζει έδαφος στο κορμί, τη διαύγεια να καθαρίζει τα σύννεφα του μυαλού. Γρήγορα φάνηκαν οι μεγαλύτεροι να ξανανιώνουν και τα παιδιά να ‘ναι γερά, γεμάτα χαρά και ζωντάνια. Ρόδινα μάγουλα και καθαρά μάτια. Και κάποιοι, που είχαν φέρει μαζί τους προβλήματα πόνους κι ενοχλήσεις, τα είχαν κιόλας ξεχάσει.
Παρατηρήσαμε ότι κάθε τόσο έρχονταν κάποια πρόβατα χωρίς τα μαλλιά τους. Είπαν ότι τα τινάζουν στις σπηλιές, όταν τα ρωτήσαμε. «Θα σας χρειαστεί κλωστή για το χειμώνα.» Ο χειμώνας! Πώς δεν είχαμε σκεφτεί το χειμώνα; Μια αναστάτωση ανησύχησε το ζεστό καλοκαιρινό βράδυ και στη διάρκεια της νύχτας διαδόθηκε σε όλο το νησί. Το πάλλευκο υγρό δεν κατάφερε να προστατέψει τα όνειρα που μας ξύπνησαν το άλλο πρωί.
Κατέβηκα στο ποτάμι να ξεπλύνω το γάλα που είχε στεγνώσει στο κορμί μου και για πρώτη φορά μ’ ενοχλούσε. Η αγωνία του χειμώνα που θα ερχόταν είχε ξυπνήσει στο νου μου τους εφιάλτες που είχα συναντήσει στον παλιό κόσμο. Κι άλλα πρόσωπα γύρω μου σκυθρωπά στο νερό, χέρια που έτριβαν το κορμί τους με βία. Θα πρέπει να ριχτούμε πάλι στο μόχθο, σκεφτόμουν. Και ήξερα ότι με τον ένα ή άλλο τρόπο αυτή η σκέψη σερνόταν σε όλους.
Πρέπει να προετοιμαστούμε, ωστόσο. Να φτιάξουμε καταλύματα. Να εγκαταστήσουμε θέρμανση. Να υφάνουμε ρουχισμό. Ν’ αποθηκεύσουμε τροφή. Αλλά πώς θα σκάψουμε αυτό το χώμα που τραγουδάει κάτω απ’ το βάδισμά μας; Πώς θα κόψουμε τα δέντρα που μας προσφέρουν τόσο φιλόξενα τροφή και στέγη και μας αφηγούνται αυτές τις γενναιόδωρες ιστορίες; Κι εκείνη τη στιγμή ξαφνικά άκουσα τη σιωπή. Κοίταξα το νερό στις χούφτες μου και είδα ότι το είχα χρωματίσει θλίψη. Σήκωσα τα μάτια στους άλλους και διάβασα την ερωτηματική αναταραχή στο βλέμμα τους.
Το νησί είχε σωπάσει. Ή, η ακοή μας είχε οπισθοχωρήσει πάλι στην ατέλεια. Δεν ήθελα να μιλήσω σε άνθρωπο και πήγα στο δάσος των ευκαλύπτων. Κάθε μέρα ζωγράφιζα έναν κορμό με τα χρώματα απ’ το όνειρό μου. Αλλά όχι σήμερα. Όχι. Όχι, δε θα σκοτείνιαζα εγώ αυτό το αργυρόφαιο ξύλο που έθρεφε χώμα και νερό το δέντρο που κρατούσε στους ώμους του. Τον αγκάλιασα - όσο έφταναν τα χέρια μου - κι έκλαψα. Κοιμήθηκα μέσα στο κλάμα μου ως που εκείνος άπλωσε το χέρι του με τ’ αρωματισμένα χρυσοπράσινα δάχτυλα, χάιδεψε το πρόσωπό μου και με ξύπνησε.
- Εμπιστοσύνη, μονολόγησα. Θέλεις να σου ζωγραφίζω την εμπιστοσύνη που ονειρεύτηκα; τον ρώτησα. Η εμπιστοσύνη έχει τρία χρώματα, του εξήγησα: Το βαθύ κόκκινο της τόλμης του μήλου. Το σκούρο κίτρινο της στερεότητας του κυδωνιού. Και το παλαιό χρυσό της διατήρησης του αποξηραμένου σύκου.
«Εμπιστοσύνη» ψιθύρισε αργά, συλλαβιστά ανάμεσα στ’ αρωματικά, μακριά του φύλλα ο ευκάλυπτος. Μερικές λέξεις φαινόταν να μην τις ξέρουν εδώ. Υποθέτω, δεν τις είχαν ποτέ χρειαστεί.
Πήρε τη λέξη και την επανέλαβε πολλές φορές από κλάρα σε κλαδί κι ύστερα τη μίλησε στον διπλανό κι εκείνος στον άλλο και κατόπιν σε άλλα δέντρα και φυτά και την πήραν οι μέλισσες και οι πεταλούδες από ανθό σε λουλούδι και ως το δειλινό το νησί τραγουδούσε την καινούργια λέξη με όλους τους χρωματισμούς. Και οι άνθρωποι την άκουσαν από την αρχή, σαν καινούργια, στις άπειρες διαστάσεις της.
Το βράδυ, οι πιο δύσπιστοι ανάμεσά μας ρωτούσαμε τα πρόβατα να μάθουμε για τις σπηλιές, να ξέρουμε τι χειμώνας μας περιμένει εκεί. Τα αθώα ζώα γελούσαν με τις αφελείς ερωτήσεις μας: Πράγματι ο χειμώνας έχει κρύο. Αλλά δεν έχουν ιδέα γι’ αυτό το πράγμα που το λέμε “παγωνιά”. Και δεν καταλαβαίνουν γιατί μας τρομάζει τόσο. Άλλωστε, «κυλούν ζεστά νερά μες στα βουνά».
Sunday
η συγγνώμη
Βγήκαν στην παραλία με τα διάφανα βότσαλα, κοντά στην εκβολή της ποταμιάς, που αργότερα μας είπε ότι το όνομά της ήταν Σειρήνα. Η Αυγή έδωσε το χέρι της στον Οδυσσέα και σηκώθηκαν και περπάτησαν σαν πάντα να περπατούσαν και πλησίασαν τις καλαμιές ήσυχα. Σε λίγο άρχισαν να συνομιλούν μαζί τους. Ένας ψίθυρος, ένα σφύριγμα, μια μουσική ερχόταν από το μέρος τους. Το μικρό κορίτσι και ο αρκούδος φίλος της μίλησαν πρώτα τη γλώσσα του νησιού.
Έτσι έγινε με πολλά παιδιά και με πολλά παιχνίδια. Στους μεγαλύτερους πήρε καιρό να μάθουμε να συνομιλούμε με τα πλάσματα. Αλλά τα μόρια μιας άλλης σοφίας περνούσαν μέσα μας με την αναπνοή και μας επέτρεψαν ν’ αφήσουμε τα παιδιά να γίνουν διερμηνείς και οδηγοί μας.
Ένα πρωί, ένα δελφίνι φάνηκε στην ακτή. Ήταν ο Μπάτης. Πήρε την Αυγή στους ώμους του κι έφυγαν. Την πήγαινε στον πατέρα της. Είχαμε αποβιβαστεί σε όλο το γύρο του νησιού. Κάθε τόσο, μαθαίναμε απ’ τα πουλιά για κάποιον δικό μας που είχε βγει σε μια άλλη παραλία.
Όταν εκείνος ο μικρός σπουργίτης ήρθε και κάθισε στον ώμο της Αυγής και της τραγούδησε τα νέα, το μικρό κορίτσι πέταξε από τη χαρά του. Κυριολεκτώ. Υψώθηκε από το έδαφος κι αιωρήθηκε στο ρυθμό του γέλιου της. Επιθυμούσε τόσο πολύ η καρδιά της να σκαρφαλώσει την αγκαλιά του πατέρα της. Κι ένας γλάρος πέταξε στ’ ανοιχτά και κάλεσε το Μπάτη.
Ήταν η πρώτη οικογενειακή συνάντηση. Κι έγινε μεγάλη χαρά και γιορτή και κατά το απογευματάκι σε όλο το νησί απλώθηκε μια γλυκιά θλίψη, μια νοσταλγία μαζί με ανακούφιση, ένας βαθύς στεναγμός που μας αλάφρωσε από το φορτίο του λάθους.
Όλοι έστρεψαν προς τη θάλασσα καθώς ο Μπάτης και η Αυγή έφταναν με χαρές και τραγούδια. Κι ο Όμηρος έτρεξε κι έπεσε μες στο νερό και πήρε την αγαπημένη του κόρη και τη σήκωσε ψηλά και το φως της τον έκρυβε απ’ το φως του ήλιου.
- Να ψάξουμε, της είπε αργότερα. Μπορεί κι ο αδελφός σου κι η μητέρα σου να είναι εδώ. Να τους βρούμε, να γίνουμε πάλι οικογένεια εμείς. Να έχουμε ο ένας στον άλλο.
Η Αυγή τύλιξε τα χέρια της γύρω απ’ το λαιμό του πατέρα της. Ακούμπησε την παιδική της μύτη στη δική του. Κι έστειλε μια αχτίδα απ’ το φως των ματιών της βαθιά μέσα στα μάτια του.
- Συγνώμη, είπε εκείνος σε λίγο. Συγνώμη, παιδί μου. Συγνώμη.
Το κορίτσι γύρισε κι ακούμπησε τη ράχη στο στέρνο του πατέρα της κι έβλεπε μακριά τη θάλασσα και τον άκουγε να μιλάει στον εαυτό του. Κι όλοι πλησίασαν και κάθισαν γύρω και τον άκουγαν να μιλάει μέσα τους.
- Δροσερή είναι η φρέσκια σκέψη. Όπως η τροφή που μας προσφέρει τόσο γενναιόδωρα αυτός ο φιλόξενος τόπος. Στον παλιό τρόπο γλίστρησα για μια στιγμή. Αλλά, ας μην επαναλάβουμε εκείνα που είναι δοκιμασμένα εκεί απ’ όπου ερχόμαστε και ξέρουμε ότι είναι βλαβερά. Όλοι αυτοί οι διαχωρισμοί. Ήταν ψεύτικη η ανάγκη να ξεχωρίζουμε διαρκώς εμάς από τους άλλους. Χίλιων δυο λογιών σύνορα χτίζαμε από φόβο και το φόβο οικοδομούσαμε εντός τους. Μια οικογένεια η ανθρωπότητα σε άπειρες οικογένειες κομματιασμένη. Οι γονείς χρησιμοποιούσαμε το ρήμα ‘αποκτώ’ για τα παιδιά μας. ‘Απέκτησα την κόρη μου’ έλεγα κι εγώ όταν γεννήθηκες. Τι ψέμα! Αιώνες ψέματα. Στο τέλος μοιάζανε γι’ αλήθειες. Νομίζαμε ότι ο ένας ανήκει στον άλλο. Διδασκόμαστε κι εκπαιδευόμαστε να δεσμεύουμε τους εαυτούς μας σε άλλους και να δεσμεύουμε τους άλλους σε μας. Αγκιστρωνόμαστε από το ρόλο και περιοριζόμαστε σε ό,τι εκείνος επέτρεπε. Δυο ή τρία διαφορετικά κοστούμια ν’ αλλάζουμε, να νομίζουμε ότι απολαμβάνουμε ποικιλία επιλογών. Δυο ή τρεις διαφορετικές συμπεριφορές, με προβλέψιμη ανταπόκριση. Καταναλώναμε τους κόπους μας για να καταναλώνουμε ότι μας προσφερόταν, όχι ελεύθερα – και είμαστε περήφανοι να πληρώνουμε το ακριβότερο τίμημα. Αλλά τώρα, ας συγχωρήσουμε τους εαυτούς μας για την εμπλοκή μας σε αυτό το παρελθόν. Ώστε να απολαύσουμε την καινούργια ζωή που μας δόθηκε ως αληθινά καινούργια. Να δοκιμάσουμε την επικοινωνία και την ενότητα. Πήγαινε, αγαπημένη μου, εκεί που επιθυμείς να βρίσκεσαι. Κι όταν η καρδιά σου με καλέσει θα με φέρει ο Μπάτης να σ’ επισκεφτώ.
Σηκώθηκαν όλοι και κατηφόρισαν μαζί ως τη θάλασσα κι ένα τραγούδι συγγνώμης και συγχώρεσης κελάρυζε απ’ τα χείλη τους. Το πήραν οι απογευματινοί άνεμοι στα φτερά τους και το ταξίδεψαν σε όλο το νησί. Και όλοι οι άνθρωποι το τραγούδησαν και το χόρεψαν μόλις λίγο πάνω από το έδαφος. Και ήταν αυτό το πρώτο μεγάλο ευχαριστώ τους στο νησί και τα πλάσματά του που τους πρόσφεραν όλα τα αγαθά δίχως να ζητούν αντάλλαγμα.
- Σ’ έχω στην καρδιά μου, Ελεύθερε, είπε η Αυγή, αποδίδοντας στον πατέρα της το νέο του όνομα. Σε λίγο ο Μπάτης την έφερε εκεί όπου είχε αρχικά βγει. Και ο Οδυσσέας την περίμενε.